
Ο μπάρμπα-Μήτσος και η κυρά-Αθανασία ζουν τον μισό χρόνο σε μια καλύβα ψηλά στα βουνά, στην Ελάτη Αρκαδίας, και τον υπόλοιπο σε ένα χωριό κοντά στην Καλαμάτα.
Στα 80 του εκείνος, στα 60 της εκείνη, ζουν λιτά και απέριττα στην καλύβα τους χωρίς τρεχούμενο νερό ή ρεύμα. Την έχτισαν μόνοι τους πριν αρκετά χρόνια, με τη βοήθεια φίλων, προσθέτοντας σιγά-σιγά ό,τι χρειάζονταν. Για ρεύμα δουλεύουν μια μικρή γεννήτρια, ίσα-ίσα για λίγο φως το βράδυ. Μαγειρεύουν σε πετρογκάζ και, για το νερό, βασίζονται σε μια δεξαμενή που γεμίζουν συχνά από μια κοντινή πηγή.
Για να τη γεμίσουν, παίρνουν το αγροτικό μέχρι την πηγή, φορτώνουν ένα φορητό ντεπόζιτο και γυρίζουν στην καλύβα. Μετά μεταφέρουν το νερό στην κεντρική δεξαμενή ρίχνοντάς το με μια μικρή αντλία. Αυτό το νερό είναι το πόσιμο, τόσο για τους ίδιους όσο και για τα ζώα. Ένα τέτοιο δρομολόγιο τους φτάνει για περίπου δύο μέρες.

Δίπλα στην καλύβα έχουν ένα μικρό κοτέτσι, ενώ έχουν επίσης ένα κοπάδι πρόβατα και μερικά κυνηγόσκυλα. Η ζωή τους έχει πολλή σωματική κούραση, αλλά και οι δυο τους έχουν πολύ καλή κράση — πάντα σε εγρήγορση, αφού η καθημερινή δουλειά δεν αφήνει πολλά περιθώρια για αδράνεια.

Ο μπάρμπα-Μήτσος περπατάει πολύ συχνά ένα μονοπάτι 5 χιλιομέτρων που βγάζει στον δρόμο από Ελάτη για Βυτίνα, πάντα ακολουθώντας τα πρόβατα. Παρά τα χρόνια του, κινείται στα κακοτράχαλα εδάφη με χαρακτηριστική άνεση.
Μείναμε μαζί τους δυο φορές —τους γνωρίσαμε μέσω ενός κοινού φίλου— και μας υποδέχτηκαν και τις δυο με απλόχερη φιλοξενία. Φεύγοντας, επέμεναν να μας φορτώσουν με σακούλες γεμάτες δικά τους ζαρζαβατικά: λαχανικά, ελιές και τυρί. Η φιλοξενία τους ήταν πηγαία και ειλικρινής, και τα προϊόντα τους εξαιρετικής ποιότητας.

Δουλεύουν σκληρά κατά τη διάρκεια της ημέρας, για να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα. Και το κάνουν χωρίς κανένα παράπονο.
Οι ιστορίες που μας έλεγαν για τη ζωή στο βουνό, για τα ζώα και για τους φίλους που περνάνε να τους δουν, ήταν πηγαίες, απλές και αληθινές. Η επίσκεψη μας εκεί μάς έκανε να σκεφτούμε πόσο λίγα χρειαζόμαστε για να ζήσουμε πραγματικά καλά, αλλά και να κάνουμε μια επανεκκίνηση από τους ρυθμούς της τεχνολογίας και της πόλης.
Τη δεύτερη φορά που τους αποχαιρετήσαμε, η κυρά-Αθανασία είχε ήδη ετοιμάσει τις σακούλες με τα πεσκέσια, πριν καν προλάβουμε να πούμε αντίο.














