
Επισκέπτομαι τη Βουδαπέστη πολύ συχνά. Τα προηγούμενα χρόνια, όταν χόρευα, ερχόμουν για πρόβες, παραστάσεις και σεμινάρια. Πλέον, ο αδερφός μου μένει εκεί εδώ και εφτά χρόνια, οπότε έχω έναν παραπάνω λόγο να επιστρέφω.
Τον Νοέμβριο του 2024, είχα μόλις παραλάβει μια δανεική Leica M11 με έναν φακό Summicron 28mm από τη Leica. Η δική μου Leica Q3 είχε βγάλει ένα πρόβλημα στο τζαμάκι του EVF και έπρεπε να τη στείλω για επισκευή.

Η προσαρμογή την πρώτη μέρα ήταν κάπως απότομη. Η χειροκίνητη εστίαση με δυσκόλεψε στην αρχή, αλλά μιας και είχα ήδη κάπως συνηθίσει τη λογική της από την Q3, βρήκα τον ρυθμό μου γρήγορα με το πολύ πιο ακριβές σύστημα του rangefinder. Η πραγματική δυσκολία ήταν στη σύνθεση. Δεν είχα συνηθίσει να κοιτάζω χωρίς να βλέπω το τελικό αποτέλεσμα στην οθόνη και στην αρχή ένιωθα ότι δυσκολεύομαι.
Όλο αυτό όμως άλλαξε όταν είδα τις φωτογραφίες σε μεγάλη οθόνη, μετά την πρώτη μου βόλτα. Κατάλαβα ότι τελικά το αποτέλεσμα μου άρεσε πολύ, και ότι η ανασφάλειά μου για τη σύνθεση ήταν καθαρά θέμα συνήθειας. Έπρεπε απλώς να δώσω χρόνο στον εαυτό μου να ενσωματώσει τον νέο τρόπο σκέψης.

Οι rangefinder μηχανές είναι πολύ πιο διαισθητικές. Σε αφήνουν να φωτογραφίζεις χωρίς να νιώθεις ότι παρεμβαίνεις στο περιβάλλον. Μαθαίνεις να οπτικοποιείς το κάδρο στο μυαλό σου — να κλικάρεις νοερά πριν καν φέρεις τη μηχανή στο μάτι. Η κάμερα παύει να μπαίνει εμπόδιο.

Έναν μήνα μετά, όταν πήρα πίσω επισκευασμένη την Q3, κατάλαβα πόσο τεράστια διαφορά κάνει ο τρόπος που μια μηχανή σε αναγκάζει να δεις τον κόσμο. Οφείλω να πω ότι, ειδικά για φωτογραφία δρόμου και ταξιδιού, προτιμώ να μην έχω μια ηλεκτρονική οθόνη μπροστά στο μάτι μου. Με βοηθάει πολύ περισσότερο να οπτικοποιώ τη σκηνή από πριν, αντί απλώς να την επιβεβαιώνω ψηφιακά πριν πατήσω το κουμπί. Δίνει ένα στοιχείο έκπληξης που λείπει από την εποχή των mirrorless και του ψηφιακού ελέγχου.












